ua

ua

Thursday, May 28, 2026

Τα "Κόκκινα Πρισματα" στις σελίδες του FRACTALART

 Κριτική για το βιβλίο "ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΡΙΣΜΑΤΑ" του Κώστα Παπαποστολόπουλου (Διαχειριστή του Blog URBAN ASPIRINES: Δημοσιεύτηκε στις 26/05/2026, 8:21 μμ

«ένα βιβλίο για ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους ρωγμές, που παλεύουν με το τραύμα, τον φόβο και τη μοναξιά, αλλά εξακολουθούν να ψάχνουν μια μορφή αγάπης ή εξιλέωσης»

Γράφει η Δήμητρα Ντζαδήμα //         Το Link για το FRACTALART ΕΔΩ

Το βιβλίο «Κόκκινα Πρίσματα» του Κώστα Παπαποστολόπουλου δεν μοιάζει με ένα συμβατικό μυθιστόρημα, μοιάζει περισσότερο με μια σκοτεινή ποιητική εξομολόγηση που φορά τη μορφή αφήγησης. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης βυθίζεται σ’ έναν κόσμο όπου ο θάνατος, η ενοχή, η επιθυμία και η λύτρωση συνυπάρχουν σαν αλληλένδετες αποχρώσεις του ίδιου κόκκινου πρίσματος. Η γλώσσα είναι πυκνή, σχεδόν υπνωτιστική, γεμάτη εικόνες που δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα αλλά την παραμορφώνουν ποιητικά. Η φράση «Μυρίζεις θάνατο γιέ μου, και καλό θα ήταν να μεταμορφωθείς…. Ντύσου με ελπίδα, φόρεσε τον ήλιο..» λειτουργεί σχεδόν σαν προφητεία για όλο το έργο.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι πως ο συγγραφέας μετατρέπει το τοπίο σε ψυχική κατάσταση. Η θάλασσα, τα ξερά βράχια, το παλιό σπίτι, το παλαιοπωλείο, ακόμα και ο γέρικος γάιδαρος, αποκτούν συμβολικό βάρος. Τίποτα δεν είναι διακοσμητικό. Τα πάντα μοιάζουν να καθρεφτίζουν τη φθορά του ήρωα και τη διαρκή του πάλη με το παρελθόν. Η θάλασσα ειδικά παρουσιάζεται σαν ζωντανή οντότητα: «Θάλασσα! Πηγή ζωής, που τη ζωή μου πνίγεις». Αυτή η αντίφαση , η ζωή που ταυτόχρονα σώζει και καταστρέφει, διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο.

Οι χαρακτήρες, παρότι κινούνται σε ένα μικρό νησιωτικό σύμπαν, έχουν σχεδόν μυθική διάσταση. Ο ήρωας δεν μιλά σαν ένας απλός ταξιδιώτης, μιλά σαν άνθρωπος που προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό του μέσα στα συντρίμμια της μνήμης του. Η γιαγιά Αγάθη θυμίζει αρχαία μάντισσα, ο παλαιοπώλης μοιάζει φύλακας αναμνήσεων και νεκρών εποχών, ο «τρελο-Μάκης» λειτουργεί σαν παραμορφωμένος προφήτης της αλήθειας. Δεν είναι τυχαίο πως οι πιο σημαντικές σκηνές μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ονειρικό. Όταν ο ήρωας λέει «Ήρθα να αγοράσω το παρελθόν μου», δεν μιλά μόνο για προσωπικές μνήμες, μιλά για την ανθρώπινη εμμονή να διορθώσει όσα δεν διορθώνονται.

Ελάχιστοι αποζητούν το παρελθόν τους και κανένας δεν μπορεί να το αγοράσει όσο κι αν επιμένει. Αγοράζουμε μονάχα το μέλλον. Το παρελθόν μας το έχουμε ήδη πληρώσει με όλα όσα γνωρίζουμε, και το κρατάμε μέσα στο σεντούκι του νου μας.”

Παράλληλα, το βιβλίο κρύβει μια βαθιά κοινωνική και υπαρξιακή μελαγχολία. Το νησί παρουσιάζεται σαν ένας τόπος ξεχασμένος από τον χρόνο, μια Ελλάδα που σβήνει αργά, γεμάτη ανθρώπους που επιβιώνουν ανάμεσα στη φτώχεια, στη μνήμη και στη σιωπή.

Όμως μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά, ο συγγραφέας αφήνει συνεχώς μικρές ρωγμές φωτός, την καλοσύνη της Ευανθίας, το ψωμί του φούρναρη, το βλέμμα του παιδιού, την ομορφιά ενός ηλιοβασιλέματος. Γι’ αυτό και το έργο, όσο βαρύ κι αν είναι, δεν γίνεται ποτέ πραγματικά μηδενιστικό.

Tα «Κόκκινα Πρίσματα» είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους ρωγμές. Για ανθρώπους που παλεύουν με το τραύμα, τον φόβο και τη μοναξιά, αλλά εξακολουθούν να ψάχνουν μια μορφή αγάπης ή εξιλέωσης. Ο Παπαποστολόπουλος γράφει σαν να ζωγραφίζει με αίμα, θάλασσα και φως μαζί. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο αφήνει την αίσθηση όχι ότι το διάβασες, αλλά ότι το έζησες.

 Κι ήρθε η νύχτα!

Και μύρισε πανσέληνο ο εαυτός μας.

Και πλημμύρισαν άνοιξη τα ρούχα που κρύβαμε.

Το φινάλε δεν είναι ακριβώς «λυτρωτικό» με συμβατική έννοια. Είναι πικρό, ονειρικό και υπαρξιακό. Αυτό που μένει τελικά δεν είναι τόσο η πλοκή, όσο η αίσθηση ότι ο ήρωας πέρασε μέσα από μια εσωτερική αποκάλυψη, σαν να έσπασε το «πρίσμα» μέσα από το οποίο έβλεπε τον κόσμο. Και ίσως η πιο ουσιαστική ιδέα του τέλους να είναι αυτή. O άνθρωπος δεν σώζεται ξεχνώντας το σκοτάδι του, αλλά κοιτώντας το κατάματα.

                                =========================================

  Πριν από 20 περίπου χρόνια, εγώ και ο φίλος μου ο Γιώργος αποφασίσαμε να φτιάξουμε αυτό το μπλογκ. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Γιώργος αναγκάστηκε, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, να το εγκαταλείψει. Όσο περνούσαν τα χρόνια, εγώ δημοσίευα δικά μου λογοτεχνικά κείμενα: διηγήματα, ποίηση, πολιτικά άρθρα, τα τρία ταξίδια που είχαμε κάνει εγώ και ένας αείμνηστος κολλητός μου, καθώς και διάφορες σκέψεις, έχοντας την εντύπωση ότι το κοινό των URBAN ASPIRINES διαθέτει υψηλή αισθητική και πνευματική καλλιέργεια.
  Σας ζήτησα, λοιπόν, να μου γράψετε κάποιο σχόλιο που να αφορά το βιβλίο μου. Δεν το έγραψα ούτε για να γίνω πλούσιος ούτε για να γίνω ο νέος Ελύτης. Δεν μου απάντησε κανείς. Μου αποδείξατε, δυστυχώς, ότι τόσα χρόνια και τόσες ώρες πάνω στον υπολογιστή για να σας προσφέρω όλα αυτά που ανεβάζω, ήταν ένα ΜΕΓΑΛΟ ΤΙΠΟΤΑ. Δεν υπάρχει καμία αισθητική, δεν υπάρχει καμία καλλιέργεια στους Έλληνες επισκέπτες του μπλογκ. Τζάμπα τόσος κόπος. Μάλλον θα πρέπει να στείλω στο διάολο το μπλογκ και να μη χάνω τον χρόνο μου, κι εσείς να πάτε σε άλλα σάιτ που ασχολούνται με τον Ρέμο και τη Βίσσυ. Αυτά σας ταιριάζουν.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΑΣ.
Κώστας Παπαποστολόπουλος.

No comments:

Post a Comment